Ο ασθενής παρουσιάζει οξεία εμπύρετη λοίμωξη (εμπύρετο, ρίγος, παραγωγικός βήχας) επί εδάφους Χρόνιας Νεφρικής Νόσου (ΧΝΝ) Σταδίου ΙΙΙ. Η κατάσταση αυτή προδιαθέτει σε αφυδάτωση και ιστική υποξία. Η χορήγηση μετφορμίνης σε αυτές τις συνθήκες αντενδείκνυται αυστηρά, καθώς η μειωμένη νεφρική κάθαρση σε συνδυασμό με την υποξία αυξάνουν δραματικά τον κίνδυνο εμφάνισης απειλητικής για τη ζωή γαλακτικής οξέωσης.
Το εμπύρετο νόσημα προκαλεί αυξημένες άδηλες απώλειες υγρών, οδηγώντας σε ενδεχόμενη αφυδάτωση. Η συνεχιζόμενη χορήγηση διουρητικού της αγκύλης (φουροσεμίδη) μπορεί να επιδεινώσει την υπογκαιμία, προκαλώντας οξεία προνεφρική βλάβη, ειδικά σε ασθενή με προϋπάρχουσα ΧΝΝ Σταδίου ΙΙΙ.
Μηχανισμός: Οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ), όπως η ραμιπρίλη, βελτιώνουν την ευαισθησία των ιστών στην ινσουλίνη και μπορεί να ενισχύσουν τη φαρμακοδυναμική υπογλυκαιμική δράση των από του στόματος αντιδιαβητικών φαρμάκων, όπως η μετφορμίνη και η σιταγλιπτίνη.
Συνέπεια: Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης υπογλυκαιμικών επεισοδίων, ειδικά σε περιόδους μειωμένης πρόσληψης τροφής λόγω της οξείας λοίμωξης του ασθενούς.
Μηχανισμός: Η αλληλεπίδραση είναι διττή: Φαρμακοκινητικά, η φουροσεμίδη αυξάνει τις συγκεντρώσεις της μετφορμίνης στο πλάσμα. Φαρμακοδυναμικά, η φουροσεμίδη μπορεί να προκαλέσει υπογκαιμία και μείωση της νεφρικής αιμάτωσης, μειώνοντας την κάθαρση της μετφορμίνης και αυξάνοντας τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης. Επιπλέον, τα διουρητικά έχουν ενδογενή υπεργλυκαιμική δράση, ανταγωνιζόμενα τον γλυκαιμικό έλεγχο.
Συνέπεια: Σημαντική αύξηση του κινδύνου γαλακτικής οξέωσης (ιδίως λόγω της συνυπάρχουσας λοίμωξης και ΧΝΝ) και πιθανή απορρύθμιση του σακχαρώδους διαβήτη.
Μηχανισμός: Η ταυτόχρονη χορήγηση διουρητικού της αγκύλης (μείωση ενδαγγειακού όγκου) και αναστολέα ΜΕΑ (αγγειοδιαστολή απαγωγού αρτηριδίου) προκαλεί αθροιστική υποτασική δράση. Σε συνθήκες στρες (π.χ. λοίμωξη, πυρετός), αυτός ο συνδυασμός μειώνει δραστικά την πίεση διήθησης στα νεφρικά σπειράματα.
Συνέπεια: Υψηλός κίνδυνος σοβαρής ορθοστατικής υπότασης, υπογκαιμίας και οξείας νεφρικής βλάβης (προνεφρικού τύπου), ειδικά σε ασθενή με ΧΝΝ Σταδίου ΙΙΙ.